Επιλεκτική σίτιση στα παιδιά: Πότε είναι ένα φυσιολογικό στάδιο και πότε χρειάζεται αξιολόγηση;

Αυτές είναι μερικές από τις συχνότερες ανησυχίες που εκφράζουν οι γονείς σχετικά με τη διατροφή των παιδιών τους.

Η επιλεκτικότητα στο φαγητό είναι συχνή κατά την παιδική ηλικία και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει διαταραχή σίτισης. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες η περιορισμένη πρόσληψη τροφών γίνεται τόσο έντονη ή επίμονη ώστε να επηρεάζει τη θρέψη, την ανάπτυξη, τις δεξιότητες σίτισης, την κοινωνική συμμετοχή ή τη λειτουργικότητα ολόκληρης της οικογένειας.

Πώς μπορούμε λοιπόν να διακρίνουμε την αναπτυξιακή επιλεκτικότητα από μια δυσκολία που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση;

Ο όρος επιλεκτική σίτιση (picky eating) χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύνολο συμπεριφορών, όπως:

  • άρνηση ορισμένων τροφών,
  • απροθυμία δοκιμής νέων τροφών,
  • έντονες προτιμήσεις σε συγκεκριμένες γεύσεις ή υφές,
  • περιορισμένη ποικιλία στη διατροφή,
  • αποδοχή ενός φαγητού σε μία μορφή αλλά όχι σε κάποια άλλη.

Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να τρώει πατάτα ως τηγανητή αλλά να αρνείται τη βραστή ή να αποδέχεται ένα συγκεκριμένο γιαούρτι αλλά όχι άλλο με διαφορετική υφή.

Το σημαντικό είναι ότι το «picky eating» δεν αποτελεί από μόνο του συγκεκριμένη ιατρική διάγνωση. Περιγράφει συμπεριφορές που μπορεί να βρίσκονται μέσα στο αναμενόμενο αναπτυξιακό φάσμα, αλλά σε ορισμένα παιδιά μπορεί να αποτελούν μέρος μιας πιο σύνθετης δυσκολίας σίτισης.

Η αυξημένη επιλεκτικότητα μπορεί να εμφανιστεί ως μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει, αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία και αρχίζει να εκφράζει εντονότερα τις προτιμήσεις του. Παράλληλα, πολλά παιδιά εμφανίζουν τροφική νεοφοβία, δηλαδή επιφυλακτικότητα ή άρνηση απέναντι σε άγνωστες τροφές.

Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα εμφανές κατά την προσχολική ηλικία.

Η άρνηση μιας νέας τροφής, επομένως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί παρουσιάζει πρόβλημα.

Ένα παιδί μπορεί σήμερα να αρνηθεί το μπρόκολο, σε λίγες ημέρες να το αγγίξει, αργότερα να το μυρίσει και μετά από αρκετές επαφές να αποφασίσει να το δοκιμάσει.

Η εξοικείωση με μια νέα τροφή είναι συχνά διαδικασία και όχι ένα μεμονωμένο γεγονός.

Στο διαδίκτυο συναντάμε συχνά ισχυρισμούς όπως:

«Αν ένα παιδί τρώει λιγότερες από 20 τροφές, έχει διαταραχή σίτισης.»

Ένας συγκεκριμένος αριθμός τροφών δεν αρκεί για να τεθεί διάγνωση.

Δύο παιδιά μπορεί να καταναλώνουν τον ίδιο αριθμό τροφών αλλά να έχουν εντελώς διαφορετική κλινική εικόνα.

Ο ειδικός χρειάζεται να εξετάσει μεταξύ άλλων:

  • τη διατροφική επάρκεια,
  • την ανάπτυξη του παιδιού,
  • τις δεξιότητες μάσησης και κατάποσης,
  • τις υφές που μπορεί να διαχειριστεί,
  • το πόσο άκαμπτη είναι η επιλογή τροφών,
  • αν χάνονται σταδιακά ήδη αποδεκτές τροφές,
  • την παρουσία φόβου ή έντονης δυσφορίας,
  • την επίδραση της σίτισης στην καθημερινότητα και στην οικογένεια.

Η ποιότητα της συνολικής εικόνας είναι σημαντικότερη από έναν απλό αριθμό.

Χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή όταν η δυσκολία είναι έντονη, επίμονη ή επιδεινώνεται.

Ενδείξεις που αξίζουν αξιολόγηση είναι:

Το παιδί δεν απορρίπτει απλώς νέες τροφές, αλλά αρχίζει να αφαιρεί από τη διατροφή του τρόφιμα που προηγουμένως κατανάλωνε.

Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να αποδέχεται μόνο συγκεκριμένη μάρκα, συγκεκριμένο σχήμα, χρώμα, θερμοκρασία ή τρόπο παρουσίασης μιας τροφής.

Ένα παιδί μπορεί να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα αποκλειστικά σε λείες ή πολτοποιημένες τροφές ή να δυσκολεύεται εμφανώς με τροφές που απαιτούν μάσηση.

Μπορεί να παρατηρούμε:

  • υπερβολικά αργή μάσηση,
  • συγκράτηση της τροφής στο στόμα,
  • δυσκολία μετακίνησης της τροφής μέσα στο στόμα,
  • φτύσιμο τροφών που απαιτούν περισσότερη επεξεργασία.

Ο επίμονος βήχας, η πνιγμονή, η αλλαγή της αναπνοής ή άλλα συμπτώματα κατά τη σίτιση χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς μπορεί να σχετίζονται με δυσκολία κατάποσης.

Κλάμα, φόβος, αποφυγή του τραπεζιού, έντονο gagging ή μεγάλη αναστάτωση με την παρουσία συγκεκριμένων τροφών δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως «κακή συμπεριφορά».

Ανεπαρκής πρόσληψη ενέργειας ή θρεπτικών συστατικών, δυσκολία στην αναμενόμενη ανάπτυξη ή ανάγκη για σημαντική διατροφική υποστήριξη χρειάζονται αξιολόγηση από την κατάλληλη ομάδα επαγγελματιών υγείας.

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο στη σύγχρονη προσέγγιση της παιδιατρικής σίτισης είναι ότι η άρνηση του παιδιού δεν πρέπει αυτομάτως να ερμηνεύεται ως «πείσμα».

Ένα παιδί που σπρώχνει το πιάτο, κλείνει το στόμα ή απομακρύνεται μπορεί να μας επικοινωνεί ότι:

  • δεν αισθάνεται πείνα,
  • η υφή είναι δύσκολη,
  • δεν μπορεί να μασήσει αποτελεσματικά την τροφή,
  • η μυρωδιά ή η γεύση είναι πολύ έντονη,
  • φοβάται ότι θα πνιγεί ή θα κάνει εμετό,
  • έχει συνδέσει το γεύμα με προηγούμενη δυσάρεστη εμπειρία,
  • αισθάνεται πίεση.

Επομένως, πριν προσπαθήσουμε να «διορθώσουμε» τη συμπεριφορά, χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι προσπαθεί να μας πει το παιδί μέσω αυτής.

Ορισμένα παιδιά αντιδρούν πολύ έντονα στα αισθητηριακά χαρακτηριστικά των τροφών.

Μπορεί να δυσκολεύονται με:

  • συγκεκριμένες υφές,
  • έντονες μυρωδιές,
  • θερμοκρασίες,
  • μικτές υφές,
  • τρόφιμα που λερώνουν τα χέρια,
  • απρόβλεπτες διαφορές στην εμφάνιση ή τη σύσταση.

Για παράδειγμα, ένα κράκερ είναι σχετικά προβλέψιμο: συνήθως έχει παρόμοια γεύση, υφή και εμφάνιση κάθε φορά.

Ένα φρούτο όμως μπορεί να είναι σήμερα γλυκό και αύριο ξινό, άλλοτε μαλακό και άλλοτε σκληρό.

Για ένα παιδί που δυσκολεύεται με την αισθητηριακή μεταβλητότητα, αυτή η απρόβλεπτη εμπειρία μπορεί να είναι σημαντική.

Όχι.

Οι όροι συχνά συγχέονται, αλλά περιγράφουν διαφορετικές καταστάσεις.

Η Παιδιατρική Διαταραχή Σίτισης αφορά πρόσληψη τροφής που δεν είναι κατάλληλη για την ηλικία και συνδέεται με δυσλειτουργία σε έναν ή περισσότερους από τέσσερις τομείς:

  • ιατρικό,
  • διατροφικό,
  • δεξιότητες σίτισης,
  • ψυχοκοινωνικό.

Η Αποφευκτική/Περιοριστική Διαταραχή Πρόσληψης Τροφής (Avoidant/Restrictive Food Intake Disorder – ARFID) αποτελεί διαταραχή σίτισης και πρόσληψης τροφής με συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια.

Μπορεί να σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με:

  • πολύ χαμηλό ενδιαφέρον για το φαγητό,
  • έντονη αισθητηριακή αποφυγή,
  • φόβο δυσάρεστων συνεπειών, όπως πνιγμονή ή εμετός.

Η περιορισμένη πρόσληψη πρέπει να έχει σημαντικές συνέπειες, όπως προβλήματα ανάπτυξης ή θρέψης, εξάρτηση από συμπληρώματα/εντερική σίτιση ή σημαντική επίδραση στην ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα.

Το ARFID δεν είναι απλώς «πολύ έντονο picky eating» και η διάγνωσή του δεν αποτελεί αρμοδιότητα του λογοθεραπευτή μόνο.

Ο λογοθεραπευτής με εκπαίδευση στις παιδιατρικές διαταραχές σίτισης και κατάποσης μπορεί να αξιολογήσει τη λειτουργική πλευρά της σίτισης.

Ανάλογα με το παιδί, εξετάζονται:

  • οι στοματοκινητικές δεξιότητες,
  • η λειτουργία χειλιών, γλώσσας και γνάθου,
  • η μάσηση,
  • η διαχείριση διαφορετικών υφών,
  • η κατάποση,
  • η στάση και η λειτουργικότητα κατά το γεύμα,
  • οι αντιδράσεις στις τροφές,
  • η αλληλεπίδραση παιδιού–φροντιστή κατά τη διάρκεια του γεύματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρατήρηση ενός πραγματικού γεύματος και όχι μόνο η εξέταση των δομών του στόματος.

Η αξιολόγηση της σίτισης είναι συχνά διεπιστημονική. Ανάλογα με τα ευρήματα μπορεί να χρειάζεται συνεργασία με παιδίατρο, παιδογαστρεντερολόγο, διαιτολόγο, εργοθεραπευτή, ψυχολόγο ή άλλους επαγγελματίες.

Φράσεις όπως:

«Μία μπουκιά ακόμα.»

«Αν φας τα λαχανικά, θα πάρεις γλυκό.»

«Δεν σηκώνεσαι μέχρι να τελειώσεις.»

μπορεί να αυξήσουν την ένταση γύρω από το γεύμα.

Ο στόχος δεν είναι να κερδίσουμε μια «μάχη» για μία μπουκιά, αλλά να υποστηρίξουμε μακροπρόθεσμα μια ασφαλή και θετική σχέση με το φαγητό.

Το γεγονός ότι ένα παιδί δεν δοκίμασε σήμερα μια τροφή δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξαφανιστεί από το τραπέζι.

Η έκθεση μπορεί να ξεκινήσει απλώς από την ανοχή της τροφής στο τραπέζι και σταδιακά να εξελιχθεί σε μεγαλύτερη εξοικείωση.

Το να «κρύψουμε» ένα λαχανικό μέσα σε άλλη τροφή μπορεί να αυξήσει τη θρεπτική αξία ενός συγκεκριμένου γεύματος, αλλά δεν διδάσκει απαραίτητα στο παιδί να γνωρίζει, να αναγνωρίζει και να αποδέχεται το συγκεκριμένο τρόφιμο.

Σε παιδιά που χρειάζονται υψηλή προβλεψιμότητα, η κρυφή αλλαγή μιας ασφαλούς τροφής μπορεί μάλιστα να μειώσει την εμπιστοσύνη προς αυτή.

«Η αδερφή σου τα τρώει όλα.»

«Τα άλλα παιδιά τρώνε κανονικά.»

Οι συγκρίσεις δεν βοηθούν ένα παιδί να αναπτύξει τις δεξιότητες που ενδεχομένως του λείπουν.

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι η κατάσταση να γίνει ακραία.

Μια αξιολόγηση είναι χρήσιμη όταν:

  • οι γονείς αισθάνονται ότι η σίτιση γίνεται ολοένα δυσκολότερη,
  • η ποικιλία μειώνεται αντί να αυξάνεται,
  • το παιδί δυσκολεύεται με υφές κατάλληλες για την ηλικία του,
  • υπάρχουν προβλήματα μάσησης ή κατάποσης,
  • υπάρχει έντονος φόβος ή δυσφορία γύρω από το φαγητό,
  • υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τη θρέψη ή την ανάπτυξη,
  • η οικογενειακή καθημερινότητα οργανώνεται πλέον γύρω από το τι μπορεί ή δεν μπορεί να φάει το παιδί.

Η αξιολόγηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί θα χρειαστεί θεραπεία. Μπορεί όμως να βοηθήσει την οικογένεια να κατανοήσει γιατί υπάρχει η δυσκολία και ποια υποστήριξη, εάν χρειάζεται, είναι κατάλληλη.

Η επιλεκτική σίτιση δεν είναι πάντα πρόβλημα και δεν πρέπει κάθε άρνηση τροφής να παθολογικοποιείται.

Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να αποδίδουμε κάθε σημαντική δυσκολία στο «είναι απλώς δύσκολο παιδί».

Πίσω από την επίμονη άρνηση τροφής μπορεί να υπάρχουν αισθητηριακές δυσκολίες, ανεπαρκείς δεξιότητες μάσησης, δυσκολίες κατάποσης, γαστρεντερικά ή άλλα ιατρικά προβλήματα, φόβος, προηγούμενες αρνητικές εμπειρίες ή ένας συνδυασμός παραγόντων.

Το σημαντικότερο ερώτημα, επομένως, δεν είναι:

αλλά:

Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση αποτελεί συχνά το πρώτο βήμα προς μια περισσότερο ασφαλή, λειτουργική και θετική σχέση με τη σίτιση.

American Speech-Language-Hearing Association. (n.d.). Pediatric feeding and swallowing. ASHA Practice Portal.

American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR).

Goday, P. S., Huh, S. Y., Silverman, A., Lukens, C. T., Dodrill, P., Cohen, S. S., Delaney, A. L., Feuling, M. B., Noel, R. J., Gisel, E., Kenzer, A.,

Kessler, D. B., Kraus de Camargo, O., Browne, J., & Phalen, J. A. (2019). Pediatric feeding disorder: Consensus definition and conceptual framework. Journal of Pediatric Gastroenterology and Nutrition, 68(1), 124–129.

Kerzner, B., Milano, K., MacLean, W. C., Jr., Berall, G., Stuart, S., & Chatoor, I. (2015). A practical approach to classifying and managing feeding difficulties. Pediatrics, 135(2), 344–353.

Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εξατομικευμένη αξιολόγηση από κατάλληλα καταρτισμένο επαγγελματία υγείας. Εάν υπάρχουν δυσκολίες κατάποσης, επαναλαμβανόμενες πνιγμονές, προβλήματα ανάπτυξης ή σημαντικός περιορισμός της πρόσληψης τροφής, συνιστάται επικοινωνία με τον παιδίατρο και την κατάλληλη διεπιστημονική ομάδα.

Κύλιση στην κορυφή