Late Talkers: Όταν ένα παιδί αργεί να μιλήσει – Τι γνωρίζουμε σήμερα;

Ο όρος Late Talker χρησιμοποιείται για παιδιά που παρουσιάζουν καθυστέρηση στην εκφραστική γλωσσική ανάπτυξη κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, ενώ κατά τα άλλα φαίνεται να αναπτύσσονται φυσιολογικά.

Ωστόσο, δεν είναι όλα τα παιδιά που αργούν να μιλήσουν ίδια. Για ορισμένα, η γλωσσική ανάπτυξη επιταχύνεται με την πάροδο του χρόνου. Για άλλα, η δυσκολία μπορεί να αποτελεί ένδειξη μιας ευρύτερης γλωσσικής διαταραχής.

Ο όρος Late Talker δεν αποτελεί διάγνωση.

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μικρά παιδιά, συνήθως ηλικίας 18 έως 35 μηνών, που παρουσιάζουν καθυστέρηση κυρίως στην εκφραστική γλώσσα, ενώ δεν υπάρχουν εμφανείς ενδείξεις άλλης αναπτυξιακής ή νευρολογικής διαταραχής.

Ένα παιδί που χαρακτηρίζεται ως Late Talker μπορεί:

  • να χρησιμοποιεί μικρότερο λεξιλόγιο από το αναμενόμενο για την ηλικία του,
  • να δυσκολεύεται να συνδυάσει δύο λέξεις,
  • να επικοινωνεί περισσότερο με χειρονομίες παρά με λέξεις,
  • να κατανοεί αρκετά από όσα του λένε οι άλλοι, αλλά να δυσκολεύεται να εκφραστεί λεκτικά.

Η εικόνα διαφέρει από παιδί σε παιδί.

Όχι απαραίτητα.

Έρευνες δείχνουν ότι αρκετά παιδιά με καθυστερημένη έναρξη λόγου αναπτύσσουν φυσιολογικές γλωσσικές δεξιότητες τα επόμενα χρόνια.

Ωστόσο, ένα ποσοστό συνεχίζει να παρουσιάζει δυσκολίες στη γλώσσα, στη μάθηση ή στην ανάγνωση κατά τη σχολική ηλικία.

Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί δεν προτείνουν να βασιζόμαστε αποκλειστικά στη φράση «θα μιλήσει όταν είναι έτοιμο».

Η βιβλιογραφία δείχνει ότι ορισμένοι παράγοντες σχετίζονται με μεγαλύτερο κίνδυνο για επίμονες γλωσσικές δυσκολίες, όπως:

  • δυσκολίες στην κατανόηση του λόγου,
  • οικογενειακό ιστορικό γλωσσικών ή μαθησιακών δυσκολιών,
  • περιορισμένη χρήση χειρονομιών για επικοινωνία,
  • δυσκολία στον συνδυασμό λέξεων όταν αυτό αναμένεται αναπτυξιακά,
  • συνύπαρξη άλλων αναπτυξιακών δυσκολιών.

Οι παράγοντες αυτοί δεν οδηγούν από μόνοι τους σε διάγνωση, αλλά αποτελούν στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση.

Η αξιολόγηση συνιστάται όταν:

  • το παιδί χρησιμοποιεί σημαντικά λιγότερες λέξεις από το αναμενόμενο για την ηλικία του,
  • δεν συνδυάζει λέξεις όταν αυτό αναμένεται αναπτυξιακά,
  • δυσκολεύεται να κατανοήσει απλές οδηγίες,
  • παρουσιάζει απώλεια γλωσσικών δεξιοτήτων,
  • υπάρχουν ανησυχίες από τους γονείς ή τον παιδίατρο.

Η αξιολόγηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα χρειαστεί θεραπεία. Βοηθά όμως να διαμορφωθεί μια σαφής εικόνα των δυνατοτήτων και των αναγκών του παιδιού.

Ο λογοθεραπευτής αξιολογεί:

  • το λεξιλόγιο,
  • την κατανόηση του λόγου,
  • τη χρήση χειρονομιών,
  • την κοινωνική επικοινωνία,
  • το παιχνίδι,
  • τις δεξιότητες αλληλεπίδρασης.

Με βάση τα ευρήματα, μπορεί να προτείνει παρακολούθηση, καθοδήγηση της οικογένειας ή λογοθεραπευτική παρέμβαση.

Συμπέρασμα

Ο όρος Late Talker περιγράφει μια ομάδα παιδιών με καθυστερημένη έναρξη της ομιλίας, αλλά δεν προβλέπει από μόνος του την πορεία της ανάπτυξής τους.

Η έγκαιρη αξιολόγηση και η παρακολούθηση επιτρέπουν την αναγνώριση των παιδιών που χρειάζονται επιπλέον υποστήριξη και προσφέρουν στους γονείς αξιόπιστη καθοδήγηση.

American Speech-Language-Hearing Association (ASHA). Late Language Emergence – Practice Portal.

Rescorla, L. (2011). Late Talkers: Do Good Predictors of Outcome Exist? Developmental Disabilities Research Reviews.

Paul, R., & Norbury, C. F. (2012). Language Disorders from Infancy through Adolescence.

Ellis Weismer, S. (2007). Typical Talkers, Late Talkers, and Children With Specific Language Impairment: A Language Endowment Spectrum?

Κύλιση στην κορυφή